1title1_left.jpg (5370 bytes) 1title1_right.jpg (11103 bytes)
   

  Αρχική
  Γυμνάσιο
  Αξιοθέατα
  Νέο Σούλι
  Κάμερες
  Καιρός
  Κοσμογραφία
  Συζητήσεις
  Αναφορές
  Αναζήτηση
  Επικοινωνία
           




 

ΓΑΒΡΙΗΛ      ΚΟΥΝΤΙΑΔΗΣ

Ο ιερομόναχος Γαβριήλ Κουντιάδης (κατά κόσμον Γεώργιος Κούντιος)1 γεννήθηκε2 το 1875 (ή 1876)3 στο χωριό Σουμπάσκιοϊ (σημερινό Νέο Σούλι) των Σερρών από φτωχική οικογένεια. Ήταν ο μοναχογιός από τα τρία παιδιά του Κωνσταντίνου και της Ελένης Κούντιου4. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στη «Δημοτική Σχολή» του χωριού του, που τότε στεγάζονταν σε οίκημα δίπλα από την κεντρική εκκλησία, για 5 χρόνια (1883-1888) από τον Δάσκαλο και ψάλτη Κωνσταντίνο Ζαγορίτη, καταγόμενο από την Ήπειρο.

Σε χειρόγραφο σημείωμα του, που βρέθηκε ενσωματωμένο (σταχωμένο) στο τέλος του βιβλίου «ΑΠΟΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΥ» του Μανουήλ Γεδεών5 περιγράφει κι άλλες λεπτομέρειες, όπως για τον αριθμό των μαθητών (45-50), τον μισθόν του δασκάλου που ήταν 18 έως 22 τουρκικές χρυσές λίρες, τις υποχρεώσεις των μαθητών προς τον δάσκαλο (Να του φέρνουν «άρτον νωπόν 1,5 έως 2 οκάδων», «ένα καλάθι σταφύλια», «ξύλο ή πρινάρι» για τη σόμπα και το Πάσχα «5-10 κόκκινα αυγά και ένα κουλίκι»).

Όταν έγινε, 17 ετών (1892) άφησε τα εγκόσμια, πήγε στη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και φοίτησε στην τότε περίφημη Ιερατική Σχολή της, όπου κι έγινε μοναχός («εκάρη») με το όνομα Γαβριήλ. Ευτύχησε να έχει πνευματικό του δάσκαλο και καθοδηγητή τον τότε Ηγούμενο της Μονής Χριστόφορο Δημητριάδη, η προσωπικότητα του οποίου είχε πολύ μεγάλη επίδραση στο νεαρό μοναχό Γαβριήλ. Κοντά του έμαθε τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς (Ισοκράτη, Λυσία, κ.ά.), τους Πατέρες της εκκλησίας (λόγους του Μ. Βασιλείου και Ι. Χρυσοστόμου, κ.ά.), την Ελληνική Χρηστομάθεια καθώς και τη Βυζαντινή μουσική. Σαν ιερομόναχος κατείχε, σχεδόν μόνιμα τη θέση του βιβλιοθηκάριου της Μονής κι έφτασε μέχρι το αξίωμα του Αρχιμανδρίτη.

Ως βιβλιοθηκάριος της Μονής κατέγραψε τα βιβλία της πλούσιας βιβλιοθήκης, ταξινόμησε τους Κώδικες, τα χρυσόβουλα και τα ειλητάρια, προτού λεηλατηθούν από τους Βούλγαρους και μεταφερθούν στη Σόφια.

Στις 23 Ιουνίου του 1917 οι Βούλγαροι και συγκεκριμένα ο υπολοχαγός Πετρώφ με τριάντα στρατιώτες κατέλαβαν τη Μονή6 του Τιμίου Προδρόμου. Στις 28 Ιουνίου συνέλαβαν τον πατέρα Γαβριήλ μαζί με άλλους τρεις, τον Βησσαρίωνα προηγούμενο, τον Ανδρόνικο Βροντινό ιερομόναχο και τον Χρυσόστομο δικαίο, και τους οδήγησαν στις Σέρρες, για να καταλήξουν, μετά από φυλακίσεις και ταλαιπωρίες, στις 31 Αυγούστου όμηροι στη Στάρα Ζαγορά της Βουλγαρίας.

Στη διάρκεια της ομηρίας του, παρά τις κακουχίες που πέρασε όχι μόνο επέζησε, χάρη στη μεγαλοθυμία κάποιου μάγειρα τουρκαλβανού7 (Κιαμήλ Μπαϊράμ) αλλά είχε το κουράγιο να μελοποιήσει ύμνους (όπως το «’ξιον εστί» κ.ά.) και να ασχοληθεί με τη μελέτη και έρευνα της Βυζαντινής μουσικής8 από σλαβικά μουσικά κείμενα. Επέστρεψε από την ομηρία τον Οκτώβριο του 1918 ύστερα από δραματική περιπέτεια 15 μηνών μαζί με όσους μοναχούς επέζησαν στο λεηλατημένο και καταρημαγμένο Μοναστήρι. Εκεί συνέχισε τον μοναχικό του βίο αθόρυβα, μελετώντας, ψάλλοντας ή συγγράφοντας μέχρι την επόμενη Βουλγαρική κατοχή του Β' Παγκοσμίου πολέμου (1941-44). Τότε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Μονή, όπως κι όλοι οι άλλοι μοναχοί, κι έγινε Ηγούμενος της Μονής της Αγίας Αναστασίας, στα Βασιλικά Θεσ/νίκης έως το 1945, όπου πρόσφερε κι εδώ τις πνευματικές του υπηρεσίες ως ηγούμενος, ως ιεροψάλτης κι ως δάσκαλος στην εκκλησιαστική Σχολή.

Επανήλθε, στη Μονή Τιμίου Προδρόμου μετά την απελευθέρωση από τη Βουλγαρική κατοχή αλλά δεν «μπόρεσε» να μείνει για πολύ. Δεν «άντεξε» να βλέπει τους πνευματικούς θησαυρούς της Μονής λεηλατημένους από τους Βούλγαρους κι όλους τους κτιριακούς χώρους της καταστραμμένους και επί πλέον να έχει τις συχνές επιδρομές των ανταρτών του βουνού κατά τον «εμφύλιο πόλεμο». Γι αυτό έφυγε με μεγάλο πόνο ψυχής, με την άδεια του τότε Μητροπολίτη Σερρών, κι εγκαταστάθηκε στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής στην πόλη των Σερρών, αφού πιο μπροστά είχε υπηρετήσει ως εφημέριος σε διάφορα χωριά, όπως Πεπονιά. Ν. Σούλι, ’γιο Χριστόφορο κ.ά. Εκείνη την εποχή ο Εθνικοθρησκευτικός Σύλλογος Σερρών  «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ» είχε έδρα του το παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής και δέχτηκε, με μεγάλη ικανοποίηση κι ευχαρίστηση τη μόνιμη εγκατάσταση του ιερομόναχου Γαβριήλ. Στη νέα του αυτή θέση υπηρέτησε (ως εφημέριος, ως πνευματικός και ως μουσικοδιδάσκαλος από το 1947 μέχρι το 1950. Ένα από τα «πνευματικά παιδιά» του, κατά την περίοδο αυτή, ήταν και ο Νίκος Μπαλάνος ο πετυχημένος σήμερα γιατρός παθολόγος στην πόλη των Σερρών, που στην εργασία του την αφιερωμένη στον «πνευματικό πατέρα» του, Γαβριήλ Κουντιάδη και δημοσιευμένη στο «ΠΑΝΣΕΡΡΑΪΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ»9 γράφει για τη ζωή και το έργο του τα εξής εντυπωσιακά:

«Όσοι είχαν την θεία τύχη να τον γνωρίσουν, γράφει ο Νίκος Μπαλάνος, διαπίστωναν με έκπληξη και θαυμασμό, πως εκείνος «ο βραχύς το δέμας» άνθρωπος είχε ένα τεράστιο πνευματικό ανάστημα και ζωηρότατες πνευματικές ανησυχίες. Με ενδιαφέρον που έφτανε πολλές φορές τον θείον έρωτα, μιλούσε ώρες ολόκληρες για τις λαογραφικές παραδόσεις, για αγνωστα σε μας ιστορικά ντοκουμέντα της περιοχής των Σερρών και για τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς...». «Του άρεσε ιδιαίτερα να συζητά με μαθητές του Γυμνασίου και να τους κάνει πατρικές παραινέσεις. Δεν παρέλειπε δε επάνω στη ζωηρότητα του διαλόγου να τους δοκιμάζει στην ορθογραφία και στη μετάφραση των αρχαίων κειμένων...». «...Ο Γαβριήλ Κουντιάδης ήταν άνθρωπος πάντα με ένα χαμόγελο στα χείλη και η λεπτότητα του πνεύματος του κατέληγε πάντοτε στη δημιουργία ευφυολογημάτων. Ιδιαίτερα του άρεσε να κάνει γραπτά λογοπαίγνια τα οποίο, και κατέγραφε τόσο στον πεζό όσο και στον έμμετρο λόγο. Η μεγάλη του αδυναμία ήταν να παραδίδει γυμνάσματα και ασκήσεις από τη γραμματική και το συντακτικό... Μας συνιστούσε να γράψουμε μια περιγραφική έκθεση που όλες οι λέξεις της ν' αρχίζουν από το ίδιο γράμμα, ώστε να έχουμε παρήχηση π.χ. «Μια μέρα μια μάνα μ' ένα μωρό μάζευε μανιτάρια μ' ένα μαχαίρι» ή «...και την ποθεινήν πατρίδα παράσχου μοι παραδείσου πάλιν ποιών πολίτην με...»

«...Υπήρξε άριστος γνώστης της βυζαντινής μουσικής, σοβαρός μελετητής των παλαιών επιφανών δασκάλων της βυζαντινής μουσικής αλλά και σπάνιος μουσικοδιδάσκαλος...». «Μαθητές του υπήρξαν κατά καιρούς γνωστοί ιεροψάλτες, όπως ο αείμνηστος Σπύρος Μαϊδανόζογλου, Χρήστος Τσιμερίκας, Θεοφάνης Μπέγος, Γρηγόρης Παπακωνσταντίνου κ.ά. ...».

Επανήλθε και πάλι στην Ιερά Μονή Τ. Προδρόμου, όπου και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ανάμεσα, στο κελί και τη βιβλιοθήκη με προσευχή, έρευνα, μελέτη, συγγραφή ιστορικών και λαογραφικών εργασιών και πλούσια βυζαντινή μουσική. «Απεδήμησε εις Κύριον» τον Ιανουάριο του 1966 σε ηλικία 91 ετών, μάλλον από καρδιακή προσβολή (ξαφνικά), γιατί μέχρι τα τελευταία του, όσοι τον είχαν επισκεφθεί, διαπίστωναν ότι όχι μόνο είχε «σώας τας φρένας» αλλά και γενικότερα η υγεία του ήταν σε «εφηβική κατάσταση».

Γενικά η πολυτάραχη ζωή και το έργο του ιερομόναχου Γαβριήλ διαπνέονταν από έναν ηθικοδιδακτικό χαρακτήρα.

Στα ιστορικά συγγράμματα του, όταν εξιστορεί δικά του ή των συγχωριανών του περιστατικά, παρεμβάλλει πάντα συμβουλές και νουθεσίες βγαλμένες μέσα από τις δικές του περιπέτειες και συμφορές αλλά σύμφωνες με την Χριστιανική διδασκαλία.

Μελετώντας αρχαία ελληνικά καθώς και τα εκκλησιαστικά κείμενα είχε αποκτήσει τέτοια παιδεία και ευχέρεια στη χρήση του προφορικού και γραπτού λόγου που νόμισε κανείς ότι είχε τελειώσει Πανεπιστημιακή Σχολή, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ένας «αυτοδίδακτος σοφός», όπως πολύ χαρακτηριστικά και πετυχημένα τον αποκάλεσε, ένας από τους «μαθητές» του, ο Αναστάσιος Μπέγκος.

«...σαν μικρή απόδειξη σεβασμού και τιμής στο όνομα και το έργο του ιερομόναχου που τόσα προσέφερε στην Κοινότητα μας, στο Νομό Σερρών και στην Πατρίδα μας...,

αποφασίζει ομόφωνα

Ονομάζει την οδό την αρχομένη από την πλατεία Αγίου Γεωργίου μέχρι και οικίας Χρήστου Δαμάσκου σε οδό Ιερομόναχου ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΟΥΝΤΙΑΔΗ».

   

Τα παραπάνω αποτελούν το σκεπτικό της αριθ.35) 1992 απόφασης του Κοινοτικού Συμβουλίου του Νέου Σουλίου της ονομασίας οδού με το όνομα του.

 

 

1 Βλ. Στ. Κοταμανίδη «ΠΑΝΣΕΡΡΑΪΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ» Σέρρες 1989 τ. 15ος (Εργασία Ν. Μπαλάνου ιατρού «Γαβριήλ Κουντιάδης» σελ. 119-126).

2 Βλ. Χ. Βουρουτζίδη «Χρονικό διδασκάλων στις Σχολές Ι. Μονής Τ. Προδρόμου Σερρών» Σέρρες 1996 σελ. 8,24, και 25.

3 Η χρονολογία γέννησης του ιερομόναχου είναι αμφισβητούμενη, γιατί δεν υπάρχει κανένα έγγραφο που να δηλώνεται επακριβώς αλλά μάλλον βγήκε από άλλα στοιχεία. Ο ίδιος πάντως μας λέει στο «ΛΕΥΚΩΜΑ…» σελ. 16 ότι, όταν άρχισε να κτίζεται το 1891 το εξωκλήσι του Προδρόμου, στην ανασκαφή του «...ένθυμουμαι έχω εργασθεί και εγώ δεκαπενταετής ων...». Από τα παραπάνω βγαίνει ότι πρέπει να γεννήθηκε το 1876. Τη χρονολογία αυτή υποστηρίζει και ο γιατρός Νίκος Μπαλάνος.

4 Βλ. «ΣΕΡΡΑΪΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» τ. 10ος (Αν. Μπέγκου «Ο ιερομόναχος Γαβριήλ Κουντιάδης, ένας αυτοδίδακτος σοφός») σελ. 161-168.

5 Βλ. Μ. Γεδεών «ΑΠΟΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΥ» (1800-1913) Εν Αθήναις 1932 σελ. 351.

6 ΒΛ. Γ. Κουντιάδη «Ιστορία και περιγραφή της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου» Θεσ/νίκη 1922, σελ 35.

7 Βλ. Γαβριήλ Κουντιάδη «ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ της Ι. Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών» Θεσ/νίκη 1922, όπου στη σελίδα 37 γράφει: «...Ευτυχώς έτυχεν εκεί κατά θείαν πρόνοιαν ένας αρκετά φιλέλληναν Τουρκαλβανός  εκ Πρεσρένης διευθυντής μαγειρείου, Κιαμήλ Μπαϊράμ ονομαζόμενος, αγαθής ψυχής άνθρωπος, γνώριζων καλά τας Σέρρας και την Μονήν, ο οποίος από οίκτον και συμπάθειαν προς τους Προδρομίτας καλογήρους εδέχθη όχι μόνον να τους τρέφη αλλά και με χρήματα να τους βοηθή εις πάσαν ανάγκην των. Είχε πλήρη εμπιστοσύνη ότι τα χρήματα δεν θα τα έχανε ποτέ, όπως και τω απεδόθησαν κατόπιν...».

8 Βλ. Γ. Αγγειοπλάστη «Οκτώ κείμενα Σερραϊκής μουσικής ιστοριογραφίας» Σέρρες 1996 σελ. 79.

9 Βλ. ό.π. Στ. Κοταμανίδη «ΠΑΝΣΕΡΡΑΪΚΟ...» σελ. 125.

 

Κόκκινος Γεώργος

   

Καταγραφή εργασίας:

Γκόγκα Ελευθερία

 

Προσαρμογή εργασίας:

Αθανασιάδης Αθανάσιος

athanasiadi@sch.gr