1title1_left.jpg (5370 bytes) 1title1_right.jpg (11103 bytes)
   

  Αρχική
  Γυμνάσιο
  Αξιοθέατα
  Νέο Σούλι
  Κάμερες
  Καιρός
  Κοσμογραφία
  Συζητήσεις
  Αναφορές
  Αναζήτηση
  Επικοινωνία
           




 

Οι κάτοικοι της Ανατολικής Μακεδονίας και μαζί και του χωριού μας, τον Οκτώβριο του 1912, κατά τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο, απαλλάχτηκαν από τον Τούρκικο ζυγό, αλλά δυστυχώς αντί να δεχθούν ως ελευθερωτή τον Ελληνικό στρατό, δέχτηκαν το Βουλγαρικό, ο οποίος ήταν σύμμαχος τότε, ή μάλλον ψευδοσύμμαχος με τους Έλληνες.

Το Μάιο του 1913 άρχισαν να γίνονται αθρόες συλλήψεις των προκρίτων της πόλης των Σερρών και του χωριού μας και να καταζητούνται όλοι εκείνοι, όσοι εργάστηκαν για την Ελληνική ιδέα. Όσοι βρίσκονταν, στέλνονταν δεμένοι με συνοδεία οπλισμένων στρατιωτών στις φυλακές των Σερρών.

Αργότερα, τον Ιούνιο του 1913, εξερράγη ο Β΄ Βαλκανικός πόλεμος. Τα βουλγαρικά στρατεύματα νικήθηκαν και οι Βούλγαροι καθώς έφευγαν έκαιγαν, λεηλατούσαν και κατέστρεφαν καθετί το Ελληνικό. Τότε το χωριό μας λίγο έλειψε να υποστεί την τύχη της πόλης των Σερρών, που κάηκε ολόκληρη στις 28 Ιουνίου 1913, αφού από τα  6.000 συνολικά σπίτια καταστράφηκαν τα 4.050 και 1.000 καταστήματα.

Οι συγχωριανοί μας σώθηκαν, γιατί με επικεφαλής τον ηρωικό  Αθανάσιο Κυριακόπουλο, πριν ακόμη έλθει ο Ελληνικός στρατός, κατέφυγαν στο γνωστό εκείνο τέχνασμα, να στήσουν δηλαδή σκηνές απέναντι στα υψώματα του Μπουζιάρου, τις οποίες μόλις τις είδαν από μακριά οι Βούλγαροι, νόμισαν ότι ήταν του  Ελληνικού στρατού και έτσι έφυγαν αμέσως.

           

Δυστυχώς, όμως, ξανάρχονται οι Βούλγαροι και πάλι με την ευκαιρία του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, για να ικανοποιήσουν τις κατακτητικές βλέψεις του Τσάρου τους στο βαλκανικό χώρο.  Σκοπός τους ήταν να  εκβουλγαρίσουν, να καταστρέψουν κάθε τι το ελληνικό, να ξεγυμνώσουν τις πόλεις και τα χωριά, και να εξοντώσουν τους κατοίκους. Σύμφωνα με τα σχέδιά τους η Ανατολική Μακεδονία έπρεπε με κάθε τρόπο να κατακτηθεί και να αφελληνισθεί, γιατί, όταν θα κατόρθωναν να εξαπλώσουν το βουλγάρικό τους οδοστρωτήρα προς νότο, έχοντας δεξιά το Στρυμόνα και αριστερά το Νέστο, η Θράκη θα έπεφτε στα χέρια τους σαν ώριμο σύκο. Για το λόγο αυτό φρόντισαν το 1913, το 1916 και το 1941, με επιστημονικό σύστημα να εξοντώσουν και να εκβουλγαρίσουν αυτό το Ελληνικό τμήμα (Στρυμόνα-Νέστου) με κάθε σκληρό και ανάλγητο μέσο.

Στην εκτέλεση αυτού του σχεδίου αποδείχθηκε ότι οφείλονται οι σφαγές που    έγιναν το 1913 στο Σιδηρόκαστρο, στο Δοξάτο και το κάψιμο της πόλης των Σερρών, και το 1916 η σκόπιμη και συστηματική φρικτή πείνα του ερμητικά αποκλεισμένου Ελληνισμού της Ανατ. Μακεδονίας, με πρόσθετο έγκλημα τους ομαδικούς θανάτους βρεφών και παιδιών. Στο ίδιο σχέδιο οφείλονται οι βαριές αγγαρείες, οι βασανισμοί, οι δαρμοί και οι αγχόνες και τέλος η εξοντωτική ομηρία του 1916-1918, “για να καθαρίσει ο τόπος από αυτούς τους φανατικούς και ενοχλητικούς Έλληνες”, όπως έλεγαν. Με αναίσχυντο τρόπο και τα Βουλγαρικά φύλλα έγραφαν τότε : “Θέλουμε τη Μακεδονία άδεια από κατοίκους”.

Για να ξεγυμνώσουν το χωριό μας ιδού τι έκαναν.

Μαζεύουν όλους τους χωρικούς μια Δευτέρα βράδυ, στις 3 Οκτωβρίου 1916, και τους λένε ότι δήθεν πήραν διαταγή από το Υπουργείο τους στη Σόφια να αδειάσουν το Ν. Σούλι (τότε Σουμπάσκιοϊ) και να απομακρυνθούν οι κάτοικοι όλοι από τα σπίτια τους, γιατί επρόκειτο να γίνει μέσα στο χωριό μάχη.

Οι χωρικοί τρομαγμένοι άκουσαν τη διαταγή αυτή και δεν ήξεραν τι να κάνουν. Και επειδή περνούσε η ώρα και οι κάτοικοι δεν έλεγαν να φύγουν, τότε όρμησε τη νύχτα ο βουλγαρικός στρατός και με τη βία ανάγκασε όλους τους κατοίκους να βγουν και να φύγουν από το χωριό. Τη νύχτα εκείνη δεν ακούγονταν τίποτα άλλο παρά θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός. Πολλές μάνες έχασαν τα παιδιά τους και πολλά παιδιά τις μάνες τους. Τα υπάρχοντά τους όλα και τα χρήματά τους τα άφησαν μέσα στα σπίτια τους.

Πολλοί τότε τις αναμνήσεις τους από τη μαύρη εκείνη νύχτα τις κράτησαν γραμμένες στα σημειωματάριά τους. Ένα τέτοιο σημειωματάριο έδωσε ο Βασίλειος Γραμμένος του Αθανασίου στον ιερομόναχο Γαβριήλ, ο οποίος στο βιβλίο του μας τις εκθέτει λεπτομερώς ως εξής: “Εγώ, γράφει ο Βασίλης Γραμμένος, ακούω δεξιά αριστερά τη νύχτα εκείνη να σπάζουν πόρτες και δε γνωρίζω τι γίνεται. Είχα τη βραδιά εκείνη στο σπίτι μου και το νουνό μου από τη Ντουβίστα Κων/νο Κανάκη. Και αυτός ο καημένος απορώντας για το γεγονός, “Τι είναι αυτό, Βασίλη;” μου λέγει. “Τι γίνεται έξω. Τι φωνές και τσιρίδες ακούγονται;” “Δεν ξέρω, Κων/νε, τον απαντώ εγώ. Θα μας διώξουν, ως φαίνεται, μακριά από τη χώρα μας”....

Και πιο κάτω συνεχίζει... “ Όλοι έφυγαν οι χωρικοί, και μένομεν εμείς μόνοι. Τι γίνεται; Μπαίνει ο στρατός μέσα στα σπίτια, σπάζουν σεντούκια, παίρνουν προίκες, παίρνουν χρήματα, κότες, γουρούνια, αγελάδια, πρόβατα. Άλλοι κόβουν, τρώγουν, πίνουν, μεθούν, τραγουδούν, χαίρονται. Αναχωρούμε όλοι και φεύγουμε για τη Ντουβίστα τα χαράματα, και κλαίμε όλοι στο δρόμο. Εγώ είχα και μια μάνα γριά και την παρακαλούσα να μείνει στο χωριό, όπως έμεινε και μια άλλη γριούλα, του Νιζάμη. Αλλ’ όμως η μάνα μου, το όνομά της Μηγδαλή, φοβούνταν και δεν ήθελε να μείνει κι γι’ αυτό έτρεχε από πίσω μου και φώναζε: “Βασίλη, Βασίλη,  έλα να με πάρεις”. Αλλά εγώ είχα δυο παιδιά, τον Αποστόλη και τη Στεργιανή, το ένα πέντε χρονών και το άλλο ενός. Το ένα το είχα εγώ στην αγκαλιά και το άλλο η γυναίκα μου. Τι να κάνω ο καημένος, τα παιδιά μου να δω, τη γυναίκα μου να δω ή τη μάνα μου; Πού να αφήσω αυτά για να πάρω τη μάνα μου; Και τη φώναζα : “Τι να σου κάνω μάνα, δεν μπορώ να σε πάρω”. Φεύγουμε λοιπόν και τρέχουμε και πηγαίνουμε στη Ντουβίστα (σημερινό Εμ. Παπά). Στις 1 η ώρα το πρωί έρχεται και η μάνα μου. Τι να δούμε και τι να ακούσουμε και στη Ντουβίστα; Θρήνους και οδυρμούς, φωνές, κλάματα. Άρρωστοι να πέφτουν από τα ζώα κάτω, γριές να κορδοκυλούν στους δρόμους και να κλαίνε. Παίρνουν άλλη διαταγή οι Βούλγαροι και μας διατάζουν να φύγουμε και από τη Ντουβίστα. Βγαίνουν όλοι και κλαίνε. Πού να πάμε; Και φεύγουμε και από τη Ντουβίστα και μας νυκτώνει στην Πόρνα (σημερινό Γάζωρο). Την άλλη μέρα μας διατάζουν οι Βούλγαροι να πάμε στη Ζηλιάχοβα (σημερινή Ν. Ζίχνη). Καθόμαστε εκεί μια μέρα και την άλλη παίρνουμε διαταγή να πάμε στην Αλιστράτη. Μετά από μέρες μας δίνουν διαταγή να γυρίσουμε στα σπίτια μας. Λοιπόν πάμε. Τι βρήκαμε στα σπίτια μας; Σπασμένα κιβώτια, ξεσχισμένα ρούχα, όλα άνω κάτω. Όλα αρπαγμένα και κλεμμένα, όλα ρημαγμένα. Φοβούμαστε, έρημα τα έχουν κάνει τα θηρία οι Βούλγαροι. Εγώ ο κακομοίρης δεν είχα ρούχα καθόλου. Βγήκα με εκείνα που είχα στο κορμί μου. Πάντοτε παρακαλούσα το Θεό “ο Θεός, ο Θεός να μας σώσει”.

Στην Ελλάδα η διαμάχη μεταξύ του Βασιλιά Κων/νου και του Βενιζέλου έφθανε κατά τα μέσα του Σεπτέμβρη του 1916 στο αποκορύφωμα. Ο ένας υποστήριζε να τηρήσει η Ελλάδα ευμενή ουδετερότητα υπέρ της Αντάντ, ο άλλος ήθελε με κάθε τρόπο να βγει η Ελλάδα άνευ όρων στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ. Τότε είναι που ο Βενιζέλος σχηματίζει στη Θεσ/νίκη την “Προσωρινή Κυβέρνηση”.

Τελικά η Αντάντ πέτυχε την εκθρόνιση του βασιλιά Κων/νου και την προέκταση της κυριαρχίας της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσ/νίκης σ’ ολόκληρη τη λοιπή Ελλάδα τον Ιούνιο του 1917. Ακριβώς τότε, με την ένταξη της Ελλάδας στο πλευρό της Αντάντ και επομένως και της κήρυξης του πολέμου εναντίον της Βουλγαρίας, βρήκαν πρόφαση οι Βούλγαροι και έστειλαν στην ομηρία 70.000 Έλληνες της Ανατολικής  Μακεδονίας “ως πολίτες εχθρικού κράτους”.

            Ήταν 23 Ιουνίου του 1917, ημέρα Παρασκευή, που οι Βούλγαροι κατά το Βασιλικό τους Διάταγμα έστειλαν όλους τους άνδρες του χωριού μας ως ομήρους στη Βουλγαρία. Το ίδιο μέτρο εφάρμοσαν και στις Σέρρες και σ’ όλες τις πόλεις και τα χωριά της Ανατολικής Μακεδονίας.

Ωχροί, ανήσυχοι, με βλέμμα ταραγμένο, έρχονται οι κακόμοιροι στην πλατεία κρατώντας ένα μικρό δέμα. Καταγράφονται στον κατάλογο και παίρνουν το δρόμο του εκτοπισμού, βαδίζουν για το άγνωστο, πάνε στην ομηρία που δε διαφέρει από τον Άδη. Πάνε σε παράταξη κατά τετράδες και δίνεται η διαταγή “μαρς”. Όλο το μάκρος της φάλαγγας το περισφίγγουν πυκνοί φρουροί με εφ’ όπλου λόγχη. Ανάμεσα από τις βουλγάρικες λόγχες στο απέναντι πεζοδρόμιο διακρίνονται τα προσφιλή τους πρόσωπα με μάτια πλημμυρισμένα από δάκρυα να τους χαιρετούν κουνώντας μαντήλια. Κλαίνε γιατί τους βλέπουν ίσως για τελευταία φορά.

Στιγμές αξέχαστες, δραματικές, με βαθιά συγκίνηση που δαγκώνει την καρδιά, με το σπαραγμό του χωρισμού του γιου από την πικραμένη μάνα, του αδελφού από τη θλιμμένη αδελφή ή μνηστή, του πατέρα από τα ανήλικα παιδιά του, από την απαρηγόρητη, απροστάτευτη και αποθαρρημένη γυναίκα του. Κρατούν όλοι τη θλιβερή εικόνα της σκηνής του σκληρού αυτού χωρισμού.

Πότε και πόσοι άραγε θα γυρίσουν πίσω;...

Και πραγματικά από τους 70.000 Έλληνες της Ανατολικής Μακεδονίας, που εκτοπίσθηκαν κατά τα έτη 1916-1917 από τους Βουλγάρους μόνο 12.000 έμειναν στη ζωή. Συγκεκριμένα από το χωριό μας, από τους 350 που έφυγαν τότε, οι 170 πέθαναν στη Βουλγαρία (131 ντόπιοι και 39 ξένοι υπάλληλοι που εργάζονταν τότε στο χωριό). Όλους αυτούς οι Βούλγαροι ομαδικά τους είχαν εκτοπίσει στη βορινή, παγωμένη και αφιλόξενη Βουλγαρία. Αυτοί οι ίδιοι οι όμηροι διηγούνται, αυτοί εκθέτουν, αυτοί μόνοι τους εξιστορούν τα μαρτύριά τους, τα οποία έχουν τραβήξει στην εξορία.

Ιδού με ποιες λέξεις περιγράφει τα δεινοπαθήματα όλων των Μακεδόνων στη Βουλγαρία ο προαναφερθείς συμπατριώτης μας Γραμμένος Βασίλειος, ένας από τους παθόντες και αυτόπτης μάρτυρας :

“Πατέρες και παιδιά, άνδρες γενναίοι και παλικαράδες, οι οποίοι απέθαναν από την πείνα, από το ξύλο, από τη δυστυχία, από το ψύχος, από την ψείρα και λέρα, άδικα απέθαναν οι καημένοι. Ακούσατε κύριοι. Δεν ζει άνθρωπος με 100 δράμια ψωμί. Και το φαγητό ήταν ένα κεφάλι βοδινό, για να φάνε εξακόσιοι (600) άνθρωποι. Και κάθε μέρα κασμά και φτιάρι, και να φωνάζουν όλοι από μικρό έως το μεγάλο : “Κτυπάτε τους κερατάδες τους Γραικούς”. “Απέθαναν οι καημένοι όλοι όσοι προσπαθούσαν να τραφούν από τις χελώνες και βατράχους και ακανθόχοιρους. Έφαγαν και ψοφίμια πολλά, που οι χωρικοί τα έριχναν στις κοπριές, ορνίθια, και βόδια και γουρούνια και ό,τι άλλο έβρισκαν μέσα στις κοπριές, κι όλα αυτά για να γλιτώσουν τη ζωή τους. Όλοι οι Μακεδόνες, όπου εργαζόμασταν μαζί ήμασταν 1048, και τώρα μείναμε το τέταρτο ή το ήμισυ του τετάρτου. Αλλά και αυτοί που μείνανε δεν είναι γεροί. Άλλος έκοψαν το πόδι του και άλλος έχασε το λογικό του, άλλος έχει ρευματισμούς”.

Ο Νατάλης Πέτροβιτς, Σερραίος πατριώτης, περιγράφοντας τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, γράφει:

“Βάσις όλων των ομήρων ήταν το στρατόπεδο συγκεντρώσεως της Σιούμλας. Από εκεί έστελναν διάφορες αποστολές, όπου η στρατιωτική διοίκηση είχε ανάγκη για έργα στρατιωτικά ή αγροτικά. Οι πιο άτυχοι ήταν εκείνοι που τους κατέγραψαν και τους έστειλαν:

1. Στο ΚΑΡΝΑΜΠΑΤ. Εκεί τους έβαζαν σε βαριές δασικές δουλειές, να κόβουν δέντρα στα δάση, να πριονίζουν κορμούς, να τεμαχίζουν τους κορμούς με τα τσεκούρια, μέσα στον άγριο χειμώνα, μέσα στο χιόνι και στους πάγους, χωρίς επαρκή τροφή, σε πρόχειρη στέγαση και χωρίς φάρμακα και ιατρική περίθαλψη.

Σ’ αυτή την αποστολή η αναλογία των θανάτων ήταν μεγάλη.

2. Στο ΓΚΟΣΤΙΒΑΡ. Σε μια άγρια και ακατοίκητη περιοχή κοντά στην Αχρίδα για στρατιωτικές ανάγκες οι Βούλγαροι έβαλαν τους ομήρους  να στρώσουν σιδηροδρομική γραμμή μήκους 130 χιλιομ. στην καρδιά του χειμώνα του 1917.

Κάτω από προσταγές, κραυγές και βούρδουλα κατά χιλιάδες οι συμπατριώτες μας έπιαναν τον κασμά με παγωμένα χέρια, μετέφεραν και έστρωναν τις τραβέρσες και τις ράγες της γραμμής αυτής. Από κρυοπαγήματα, υποσιτισμό και δαρμούς πέθαναν οι περισσότεροι. Τόσοι πολλοί πέθαιναν κάθε μέρα, ώστε άνοιγαν ομαδικούς τάφους για κάθε 300 νεκρούς και αφού τους ράντιζαν με ασβέστη τους σκέπαζαν με χώμα.

3. Στο ΚΙΤΣΕΒΟ. Δυστυχώς από τους Σερραίους που εργάστηκαν στο Κίτσεβο- τη μεγάλη αυτή καταβόθρα του Άδη- λίγοι κατόρθωσαν και  επέστρεψαν ζωντανοί, γιατί ο βούλγαρος φρουρός για το παραμικρό χτύπαγε αλύπητα με τη διπλή φαρδιά πέτσινη ζώνη με μετάλλινο τοκά και δεν του έμελλε πού θα εύρισκε: στη ράχη, στο κούτελο, στο πρόσωπο, και δος του αίματα να τρέχουν, χωρίς να έχεις και τίποτε να τα σταματήσεις. Ούτε μαντήλι, ούτε πανί, ούτε βαμβάκι. Πάγωνε το αίμα πάνω στο τραύμα και όταν έπιανε κρούστα σταματούσε. Αυτά ήταν τα ελαφρότερα χτυπήματα, γιατί χτύπαγαν συχνά με τον υποκόπανο και άφηναν πολλούς στον τόπο. Μέσα σ’ αυτή τη ζάλη ποθούσες να έρθει ο θάνατος σαν σωτηρία, σαν λυτρωτής ...”

         Η ομηρία τους διήρκεσε 16 ολόκληρους μήνες και για μερικούς 17. Μόλις τον Οκτώβριο του 1918 άρχισαν, όσοι επέζησαν, να επανέρχονται στην πατρίδα τους. Αλλά σε ποια κατάσταση! Σκελετοί κατάξεροι, κατακίτρινοι, καταξεσχισμένοι, καταψειριασμένοι εντελώς, αγνώριστοι στους δικούς τους.

Όλοι ρωτούσαν να μάθουν για τους δικούς τους από αυτούς που κατέφθαναν. Πολλές οικογένειες περίμεναν τους προστάτες τους να γυρίσουν από την ομηρία, με μια διαρκή ελπίδα που δεν έσβηνε, αφού και τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο και το Μάρτιο, και μέχρι και το Πάσχα του 1919, επέστρεφαν ακόμα από την ομηρία άτομα μεμονωμένα με σημαντική καθυστέρηση.

Το δράμα της αναμονής ήταν μεγάλο, συγκινητικό και χωρίς καθαρό τέλος, γιατί πολλές μανάδες περίμεναν τα παιδιά τους επί μήνες και μήνες με βουρκωμένα μάτια, και τέλος τις έπνιγε ο καημός και η απελπισία, όταν έπαιρναν την απόφαση να θεωρήσουν τον αναμενόμενο “άφαντο”.

Δελτίο επίσημο, πόσοι ήταν “άφαντοι”, δεν είχε εκδοθεί από τις επίσημες αρχές και η αοριστία τυραννούσε εκείνους που περίμεναν, χωρίς να έχει τέλος η προσμονή τους και χωρίς να ξέρουν αν πρέπει να τους πενθήσουν. Όταν κάποτε έφθανε κανένας καθυστερημένος, σαν πραγματικός “Λάζαρος”, τότε γέμιζε φωνές και χαρά το χωριό και το σπίτι που τον υποδέχονταν. Ένας Θεός ξέρει πραγματικά πώς μπόρεσαν και έφτασαν, όσοι φυσικά γύρισαν.

Ιδού πώς περιγράφει ο Νάταλης Πέτροβιτς την ομηρία αλλά και την αναμονή κάποιου όμηρου ονόματι Στέργιου:

.............................................................................

Η γειτονιά μας άδειασε, τα πήραν τα παιδιά της

κι ο Στέργιος φεύγει και αυτός με φίλους, με γειτόνους,

ζεστό φιλί στο μέτωπο κι από την αγκαλιά της

παίρνει αυτός μάνας ευχή, να μη γνωρίσει πόνους.

.............................................................................

Και κάθε μέρα που περνά ο Χάρος τους θερίζει,

δέρνει ο Βούλγαρος σκληρά και σπρώχνει προς την τάφρο,

όποιος λυγίζει από τους γραικούς με τις κλωτσιές τον βρίζει,

κι ομαδικά τους θάβουνε, σε κάθε τρακόσιους τάφο...

 

Πέρασαν μήνες δεκαεφτά και μήνυμα δεν έχει,

χτυπιέται η μάνα, θλίβεται, πονά και παραδέρνει,

ρωτά παντού και μέσ’  στο νου ο φόβος την κατέχει,

μήπως αρρώστησεν ο γιος και η ξενιτιά τον δέρνει.

 

Ετέλειωσεν ο πόλεμος, και μ΄ όλα τα εμπόδια,

όσους η τύχη βόλεψε γλυτώσανε τη μπόρα,

τυλίγουν με κουρέλια τους τα αχαμνά τους πόδια

και να γυρίσουν προσπαθούν προς την Πατρίδα τώρα.

 

.............................................................................

Λιγνοί γυρνάν και αγνώριστοι από την ομηριά οι γειτόνοι,

του Στέργιου η μάνα κάθεται στην πόρτα και προσμένει,

κρατιέται ακόμα στη ζωή, μαδιέται, μαραζώνει,

ρωτάει με λιγοστή φωνή, με μια φωνή πνιγμένη...

 

«Είδε κανένας από σας, το Στέργιο, το παιδί μου;

να΄ ταν με σας να ρθει κι αυτός κιτρινισμένος,

κουρέλια ας είχε απάνω του, αχ! Πάει η υπομονή μου,

αλί, αλί, δε φάνηκε, είναι αργοπορημένος».

 

Τώρα πια άδικα ρωτά, και προσμένει,

τα μάτια της κολυμπητά στα δάκρυα θαμπώνουν.

Στης μάνας μέσα στην καρδιά μονάχη ελπίδα μένει

ίσως και έρθει αργότερα στις μέρες που ζυγώνουν.

 

Σβήνει της μάνας η ζωή με δάκρυα στα μάτια,

με όραμα γυρισμό του γιου οι δικοί της την εθάψαν.

Ο Στέργιος καβάλησε του Χάροντα τα άτια,

ο Στέργιος πια δεν γύρισε, «άφαντο» τον εγράψαν.

            

 

Μεσάικος Δημήτριος

Φιλόλογος Καθηγητής

 

Προσαρμογή εργασίας:

Αθανασιάδης Αθανάσιος

athanasiadi@sch.gr